Μετάφραση του "senzadio" σε Ελληνικά
Οι άθρησκος, ασεβής, άθεος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "senzadio" σε Ελληνικά.
senzadio
noun
masculine
γραμματική
-
άθρησκος
adjective -
ασεβής
adjective -
άθεος
noun masculineUno da niente diventa sfrontato, uno che era coraggioso, piange, un senzadio prega.
Ο τιποτένιος γίνεται τολμηρός. Ο γενναίος κλαίει κι ο άθεος προσεύχεται.
-
αθεϊστής
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " senzadio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη