Μετάφραση του "separare" σε Ελληνικά
Οι χωρίζω, διαχωρίζω, ξεχωρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "separare" σε Ελληνικά.
Dividere completamente o in parte lungo una linea più o meno retta.
-
χωρίζω
verbLa testa è separata dal resto della carcassa con un taglio diritto parallelo al cranio.
Η κεφαλή χωρίζεται από το υπόλοιπο του μισού σφαγίου με ευθεία τομή παράλληλη προς το κρανίο.
-
διαχωρίζω
verbEsse non devono in alcun modo essere dissimulate, deformate o separate da altre indicazioni o figure.
Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να σκεπάζονται, να κρύβονται ή να διαχωρίζονται από άλλες ενδείξεις ή εικόνες.
-
ξεχωρίζω
verbGrazie a Dio sono capace di separare il sesso dai sentimenti.
Δόξα τω Θεώ που ξέρω να ξεχωρίζω το σεξ από τα αισθήματα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαιρώ
- σκάω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " separare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "separare"
Φράσεις παρόμοιες με "separare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δίσκος · διάκριτος · μό · ξεχωριστός · σύζυγος εν διαστάσει · χωριστός
-
σύστημα διαχωρισμού ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων