Μετάφραση του "separato" σε Ελληνικά

Οι ξεχωριστός, διάκριτος, χωριστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "separato" σε Ελληνικά.

separato adjective noun verb masculine γραμματική

Participio passato di separare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεχωριστός

    adjective

    Un calcolo separato consentirebbe inoltre di verificare la plausibilità dei risultati stessi.

    Επιπλέον, ένας ξεχωριστός υπολογισμός θα επέτρεπε ελέγχους αληθοφάνειας.

  • διάκριτος

    adjective
  • χωριστός

    adjective

    Qualora siano autorizzate le varianti, per ciascuna variante deve essere fornita una formula separata.

    Σε περίπτωση που επιτρέπονται εναλλακτικές προσφορές, προβλέπεται χωριστός μαθηματικός τύπος για κάθε εναλλακτική προσφορά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίσκος
    • μό
    • σύζυγος εν διαστάσει
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " separato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "separato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαιρώ · διαχωρίζω · ξεχωρίζω · σκάω · χωρίζω
  • σύστημα διαχωρισμού ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "separato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη