Μετάφραση του "sfumato" σε Ελληνικά

Το Σφουμάτο είναι η μετάφραση του "sfumato" σε Ελληνικά.

sfumato adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σφουμάτο

    tecnica pittorica che tende a sfumare i contorni delle figure

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sfumato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sfumato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sfumato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη