Μετάφραση του "sfuggente" σε Ελληνικά
Οι εφήμερος, πρόσκαιρος, πονηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sfuggente" σε Ελληνικά.
sfuggente
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
εφήμερος
Adjective -
πρόσκαιρος
Adjective -
πονηρός
adjective masculinePerché Dio le ha rese delle creature così sfuggenti, non lo saprò mai.
Γιατί ο Θεός τις έκανε τόσο πονηρά πλάσματα, ποτέ δεν θα το μάθω.
-
πανούργος
adjective masculineIl dentista è un tipo sfuggente.
Ο οδοντίατρος είναι πανούργος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sfuggente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη