Μετάφραση του "sfuggente" σε Ελληνικά

Οι εφήμερος, πρόσκαιρος, πονηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sfuggente" σε Ελληνικά.

sfuggente adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφήμερος

    Adjective
  • πρόσκαιρος

    Adjective
  • πονηρός

    adjective masculine

    Perché Dio le ha rese delle creature così sfuggenti, non lo saprò mai.

    Γιατί ο Θεός τις έκανε τόσο πονηρά πλάσματα, ποτέ δεν θα το μάθω.

  • πανούργος

    adjective masculine

    Il dentista è un tipo sfuggente.

    Ο οδοντίατρος είναι πανούργος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sfuggente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sfuggente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποδιδράσκω · αποδρώ · απόδραση · διαφεύγω · δραπετεύω · το σκάω
  • αποδιδράσκω · αποδρώ · απόδραση · διαφεύγω · δραπετεύω · το σκάω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sfuggente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη