Μετάφραση του "sgrassaggio" σε Ελληνικά

Το απολίπανση είναι η μετάφραση του "sgrassaggio" σε Ελληνικά.

sgrassaggio noun masculine γραμματική

Rimozione di grasso.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολίπανση

    Noun

    Rimozione di grasso.

    L’uso di un solvente nei bagni di sgrassaggio a vapore è efficiente perché il solvente è riciclato.

    Η χρήση διαλύτη για απολίπανση με ατμό είναι αποτελεσματική, διότι ο διαλύτης ανακυκλώνεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sgrassaggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sgrassaggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη