Μετάφραση του "sospettare" σε Ελληνικά
Οι υποπτεύομαι, υποψιάζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sospettare" σε Ελληνικά.
sospettare
verb
γραμματική
Immaginare o supporre che qualcosa sia vera senza averne le prove. [..]
-
υποπτεύομαι
verbAncora solo, naturalmente, e sospetto stia ancora desiderandovi.
Ανύπαντρος ακόμα και υποπτεύομαι πως ακόμα μαραζώνει για σένα.
-
υποψιάζομαι
verbPrincipalmente, ho il sospetto che stia cercando te.
Κατά κύριο λόγο, υποψιάζομαι πως ψάχνει για εσένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sospettare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sospettare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δυσπιστία · υποψία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη