Μετάφραση του "sosta" σε Ελληνικά
Οι ξεκούραση, στάση, διακοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sosta" σε Ελληνικά.
sosta
noun
verb
feminine
γραμματική
-
ξεκούραση
noun feminineO grande signore, il popolo si da'da fare senza sosta.
Μεγαλειότατε, ο λαός εργάζεται χωρίς ξεκούραση.
-
στάση
noun feminineIl veicolo deve essere in sosta durante la raccolta.
Tο όχημα πρέπει να είναι σε στάση κατά την αποκομιδή.
-
διακοπή
noun feminineAlcuni colleghi parlamentari hanno ampliato senza sosta la lista delle urgenze.
Ορισμένοι συνάδελφοι στο Κοινοβούλιό μας έχουν διευρύνει χωρίς διακοπή το πεδίο των επειγόντων θεμάτων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σταμάτημα
- αναπνοή
- εργοδοτική ανταπεργία
- στάθμευση
- διάλειμμα
- ανάπαυλα - ανάσα
- ενδιάμεση στάση
- ενδιάμεσος σταθμός
- σταμάτημα - στάση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sosta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sosta"
Φράσεις παρόμοιες με "sosta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τέλη στάθμευσης
-
παρκάρω · στέκομαι · σταματώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη