Μετάφραση του "spericolato" σε Ελληνικά

Οι απερίσκεπτος, παράτολμος, άφοβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spericolato" σε Ελληνικά.

spericolato adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απερίσκεπτος

    adjective masculine

    Ero spericolato e incosciente come solo un ragazzo può essere.

    Ήμουν απερίσκεπτος και ανόητος όπως μόνο οι νέοι άνθρωποι μπορούν να είναι.

  • παράτολμος

    Non mi sembri molto spericolato.

    Δεν μου φαίνεσαι και τόσο παράτολμος!

  • άφοβος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόκοτος
    • ατρόμητος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spericolato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spericolato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη