Μετάφραση του "sperimentare" σε Ελληνικά

Οι δοκιμάζω, πειραματίζομαι, προσπαθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sperimentare" σε Ελληνικά.

sperimentare verb γραμματική

Avere un'emozione fisica, un sentimento o una sensazione precisa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμάζω

    verb

    I partenariati devono sempre essere realizzati e sperimentati in contesti concreti.

    Οι συμπράξεις πρέπει πάντα να υλοποιούνται και να δοκιμάζονται σε συγκεκριμένο περιβάλλον.

  • πειραματίζομαι

    verb

    Così iniziai a sperimentare altri modi di frammentare le immagini

    Οπότε ξεκίνησα να πειραματίζομαι με άλλους τρόπους για να κατακερματίζω εικόνες

  • προσπαθώ

    verb

    Tutti pensano che sia una a cui non piace sperimentare a letto.

    Όλοι θεωρούν ότι δεν προσπαθώ στο σεξ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξετάζω
    • βιώνω
    • υπόκειμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sperimentare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sperimentare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη