Μετάφραση του "stoccaggio" σε Ελληνικά
Οι αποθήκευση, αποθεματοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoccaggio" σε Ελληνικά.
Serie di azioni per rimuovere e mantenere materiali o rifiuti in un luogo fisico, come un locale, un contenitore o una discarica.
-
αποθήκευση
nounSerie di azioni per rimuovere e mantenere materiali o rifiuti in un luogo fisico, come un locale, un contenitore o una discarica.
Lo stoccaggio in superficie di mercurio metallico dovrebbe essere considerato una soluzione temporanea.
Η επίγεια αποθήκευση μεταλλικού υδραργύρου θα πρέπει να θεωρείται προσωρινή λύση.
-
αποθεματοποίηση
NounQuesta funzione consiste tra l'altro nello stoccaggio di un'ampia gamma di materiale elettrotecnico.
Αυτή η λειτουργία συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην αποθεματοποίηση ενός ευρέος φάσματος ηλεκτρολογικών εξαρτημάτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stoccaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stoccaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κέντρο (πάρκο) δεξαμενών αποθήκευσης
-
αποθήκευση όπλων
-
δυναμικό αποθήκευσης
-
διαχείριση αποθεμάτων
-
αποθήκευση τροφίμων
-
υπόγεια αποθήκευση των απορριμμάτων