Μετάφραση του "studioso" σε Ελληνικά

Οι μελετητής, λόγιος, ερευνητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "studioso" σε Ελληνικά.

studioso adjective noun masculine γραμματική

Esperto in almeno una scienza che utilizza dei metodi scientifici per fare delle ricerche.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μελετητής

    noun masculine

    Col passare degli anni, si puo'dire che sia diventato uno studioso della morte.

    Με το πέρας των χρόνων, έχω γίνει μελετητής του θανάτου.

  • λόγιος

    adjective masculine

    Uno studioso una volta espresse l’opinione che la Chiesa sia nemica dell’intellettualismo.

    Ένας λόγιος κάποτε εξέφρασε την άποψη ότι η Εκκλησία είναι εχθρός του διανοητικισμού.

  • ερευνητής

    noun masculine

    Daniel Kripke, psichiatra e studioso del sonno, ha detto: “Bisogna dormire abbastanza da sentirsi riposati”.

    Ο ψυχίατρος και ερευνητής σε θέματα ύπνου Ντάνιελ Κρίπκε λέει: «Οι άνθρωποι πρέπει να κοιμούνται τόσες ώρες όσες χρειάζονται για να νιώθουν ξεκούραστοι».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " studioso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "studioso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "studioso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη