Μετάφραση του "stufato" σε Ελληνικά

Οι στιφάδο, βραστό, ραγού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stufato" σε Ελληνικά.

stufato verb noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στιφάδο

    noun neuter

    Mia moglie dice che non posso mangiare carne rossa, quindi mi passano lo stufato di manzo di nascosto.

    Η γυναίκα μου δε μ'αφήνει να τρώω κρέας. Μου δίνουν κρυφά μοσχάρι στιφάδο.

  • βραστό

    noun neuter

    Uno stufato con i noodles e resti arzillo tutta la notte.

    Αν φας βραστό με ρυζομακάρονα θα τρέχεις όλη νύχτα.

  • ραγού

    noun

    Ci si fa un bello stufato con gli omogeneizzati.

    Θα μπορείς να μαγειρεύεις ραγού από παιδικές τροφές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γιαχνί
    • βαρυεστημένος
    • ραγκού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stufato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stufato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μπουχτισμένος
  • Σόμπα · θερμάστρα · κλίβανος · κουζίνα · σόμπα · τηγάνι · φούρνος
  • γιαχνίζω · σιγοβράζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stufato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη