Μετάφραση του "supplica" σε Ελληνικά

Οι ικεσία, εκλιπάρηση, αγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "supplica" σε Ελληνικά.

supplica noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικεσία

    noun feminine

    Salomone implora Dio di ascoltare le suppliche dei suoi adoratori.

    Ο Σολομών εκλιπαρεί τον Θεό να ακούει την ικεσία που του απευθύνουν οι λάτρεις του.

  • εκλιπάρηση

    noun
  • αγωγή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " supplica " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "supplica" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "supplica" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη