Μετάφραση του "supplicare" σε Ελληνικά

Οι ικετεύω, εκλιπαρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "supplicare" σε Ελληνικά.

supplicare verb γραμματική

Chiedere con insistenza a qualcuno un aiuto o un favore.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικετεύω

    verb

    Ma ti supplico, dal profondo del cuore di perdonarmi per non essere venuto.

    Σε ικετεύω απ'τα βάθη της καρδιάς μου να με συγχωρήσεις που δεν ήρθα.

  • εκλιπαρώ

    verb

    Ti supplico, marito, esci dal retro finché puoi.

    Σε εκλιπαρώ, άντρα μου, φύγε από την πίσω μεριά όσο ακόμη μπορείς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " supplicare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "supplicare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγωγή · εκλιπάρηση · ικεσία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "supplicare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη