Μετάφραση του "tirannico" σε Ελληνικά

Οι τυραννικός, δεσποτικός, αυταρχικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tirannico" σε Ελληνικά.

tirannico adjective masculine γραμματική

Che ha la tendenza a decidere in maniera arbitraria o dispotica.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυραννικός

    adjective masculine

    E ogni giorno diventavo più tirannico, più mostruoso nel dominare Louise.

    Και κάθε μέρα γινόμουν πιο τυραννικός, πιο πολύ τέρας στον τρόπο που εκμεταλλευόμουν την Λουίζ.

  • δεσποτικός

    adjective
  • αυταρχικός

    adjective masculine
  • απολυταρχικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tirannico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tirannico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη