Μετάφραση του "tiranno" σε Ελληνικά

Οι τύραννος, δεσπότης, τύρανος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tiranno" σε Ελληνικά.

tiranno adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύραννος

    noun masculine

    Άτομο που κατέχει την απόλυτη εξουσία ενός κράτους, χωρίς να περιορίζεται από κάποιο νόμο

    Queste fecce hanno venduto armi ai tiranni e ai terroristi fino a che non si sono fatti sorprendere.

    Αυτοί οι αλήτες πουλάνε όπλα σε τυράννους και τρομοκράτες από τότε που μας ξέφυγαν.

  • δεσπότης

    noun masculine

    Se non fosse stato per te, il tiranno piu'malvagio che sia mai esistito regnerebbe ancora.

    Χωρίς εσένα, ο ποιο σατανικός Δεσπότης που έζησε ποτέ θα ήταν ακόμα στον θρόνο του.

  • τύρανος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τυραννικός
    • δεσποτικός
    • απολυταρχικός
    • αυταρχικός
    • απόλυτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tiranno " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tiranno" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη