Μετάφραση του "troll" σε Ελληνικά

Οι τρολ, Τρολ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "troll" σε Ελληνικά.

troll noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρολ

    noun

    Αργκό του διαδικτύου για κάποιον που εσκεμμένα προσπαθεί να ενοχλήσει άλλους χρήστες και να δημιουργήσει συγκρούσεις

    Questo ragazzino che fa il troll cerca di incasinarmi il sito, ridicolo!

    Αυτό το ανύπαρκτο τρολ πάει να μου χαλάσει τη σελίδα.

  • Τρολ

    creatura umanoide della mitologia norrena

    Lo dicevo che la strada dei troll sarebbe stata piu'veloce.

    Σου είπα ότι από το δρόμο των Τρολ θα ήταν πιο γρήγορα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " troll " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "troll" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη