Μετάφραση του "tromba" σε Ελληνικά

Οι τρομπέτα, σάλπιγγα, σαλπιγκτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tromba" σε Ελληνικά.

tromba noun verb feminine γραμματική

Strumento musicale della famiglia degli ottoni.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρομπέτα

    noun feminine

    Strumento musicale della famiglia degli ottoni.

    C'è una ragione per cui nessuno suona la tromba.

    Ορίστε ένας λόγος να μην ασχολείτε κανείς με τρομπέτα.

  • σάλπιγγα

    noun feminine

    Se lo facciamo prima che tu inizi a sparare, Bull suonerà la tromba.

    Αν τελειώσουμε πριν πυροβολήσεις, ο Μπουλ θα ηχήσει τη σάλπιγγα.

  • σαλπιγκτής

    noun masculine

    Altro sacerdote, che pure suonava la tromba alla stessa inaugurazione a cui assisté il n.

    Άλλος σαλπιγκτής, επίσης ιερέας, στην ίδια πομπή στην οποία πήρε μέρος το πρόσωπο Αρ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρομπετίστας
    • Τρομπέτα
    • αγωγός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tromba " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tromba"

Φράσεις παρόμοιες με "tromba" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γαμήσι · πήδημα
  • έχω σεξουαλική επαφή · γαμώ · κάνω · κάνω έρωτα · κοιμάμαι · παίρνω · πηδάω · πηδώ · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • Τρόμπα μαρίνα
  • ανεμοστρόβιλος
  • ευσταχιανή σάλπιγγα
  • Σίφωνας · ανεμοστρόβιλος · σίφουνας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tromba" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη