Μετάφραση του "uditivo" σε Ελληνικά
Το ακουστικός είναι η μετάφραση του "uditivo" σε Ελληνικά.
uditivo
adjective
masculine
γραμματική
-
ακουστικός
adjectiveIl condotto uditivo esterno deve essere pulito ed asciugato accuratamente prima del trattamento
Ο έξω ακουστικός πόρος πρέπει να καθαρίζεται και να σκουπίζεται σχολαστικά πριν τη θεραπεία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " uditivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "uditivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακουστικά οστάρια
-
ακουστικό σύστημα
-
οξύτητα ακοής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη