Μετάφραση του "ufficiale" σε Ελληνικά

Οι αξιωματικός, επίσημος, υπάλληλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ufficiale" σε Ελληνικά.

ufficiale adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιωματικός

    noun masculine

    μέλος μιας ένοπλης δύναμης ή ένστολης υπηρεσίας που κατέχει ανώτερη θέση

    All'osservatore è riservato lo stesso trattamento degli ufficiali.

    Ο παρατηρητής επί του σκάφους ενεργεί ως αξιωματικός.

  • επίσημος

    adjective masculine

    Il veterinario ufficiale registra e valuta i risultati delle attività ispettive.

    Ο επίσημος κτηνίατρος υποχρεούται να καταγράφει και να αξιολογεί τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων επιθεώρησης.

  • υπάλληλος

    noun masculine

    Sei il secondo pubblico ufficiale oggi ad usare quel tono con me.

    Είσαι ο δεύτερος δημόσιος υπάλληλος σήμερα που μου μιλάει με αυτό τον τόνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπηρεσιακός
    • κυβερνητικός αξιωματούχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ufficiale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ufficiale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ufficiale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη