Μετάφραση του "unità" σε Ελληνικά

Οι μονάδα, ενότητα, ομάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unità" σε Ελληνικά.

unità noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονάδα

    noun feminine

    Comando di unità militari coinvolte nella repressione delle manifestazioni.

    Διοίκηση στρατιωτικών μονάδων που εμπλέκονται στην καταστολή διαδηλώσεων.

  • ενότητα

    noun feminine

    Le missioni di sorveglianza effettuate per unità geografica sono presentate in allegato.

    Οι αποστολές παρακολούθησης που πραγματοποιήθηκαν ανά γεωγραφική ενότητα παρουσιάζονται στο παράρτημα.

  • ομάδα

    noun feminine

    Una possibilità è l'istituzione di unità investigative internazionali.

    Μια δυνατότητα θα ήταν η δημιουργία διεθνών ερευνητικών ομάδων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγκρότημα
    • ακεραιότητα
    • μονάδα δίσκου
    • μονάδες
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unità " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unità" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unità" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη