Μετάφραση του "unirsi" σε Ελληνικά

Οι συγχωνεύομαι, ενώνω, συμμετοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unirsi" σε Ελληνικά.

unirsi verb γραμματική

Diventare parte di qualcosa; diventare membro di un gruppo o di una organizzazione. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγχωνεύομαι

    verb
  • ενώνω

    verb

    Come vedere tutti i pezzi di un puzzle unirsi.

    Σαν να καταλαβαίνεις πώς ενώνονται τα κομμάτια ενός παζλ.

  • συμμετοχή

    noun

    Sembra che nessuno sia interessato a unirsi alla tua rivolta da perdente.

    Δεν υπάρχει μεγάλη συμμετοχή στην αποτυχημένη σας εξέγερση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνδέω
    • ενώνομαι
    • οργανώνομαι
    • σύνδεσμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unirsi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unirsi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη