Μετάφραση του "urlare" σε Ελληνικά

Οι ουρλιάζω, φωνάζω, κραυγάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "urlare" σε Ελληνικά.

urlare verb γραμματική

Parlare con una voce forte ed eccitata. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουρλιάζω

    verb

    E poi tutt'a un tratto mi ritrovo a urlare e loro gemono.

    Και μετά από λίγο, εγώ ουρλιάζω κι εκείνοι στενάζουν.

  • φωνάζω

    verb

    Ho cercato di essere obiettivo e ho finito per urlare contro un paziente.

    Θέλω να είμαι αντικειμενικός και φωνάζω σε έναν ασθενή.

  • κραυγάζω

    verb

    Mi sento come se stessi urlando e nessuno mi può sentire.

    Νιώθω σαν να κραυγάζω και κανείς δεν μπορεί να με ακούσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσιρίζω
    • σκούζω
    • κράζω
    • ξεφωνίζω
    • ωρύομαι
    • στριγκλίζω
    • φωνασκώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " urlare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "urlare"

Φράσεις παρόμοιες με "urlare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναφώνηση · κραυγή · ξεφωνητό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "urlare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη