Μετάφραση του "urlo" σε Ελληνικά
Οι κραυγή, ξεφωνητό, αναφώνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "urlo" σε Ελληνικά.
urlo
noun
verb
masculine
γραμματική
Protesta veemente e improvvisa. [..]
-
κραυγή
noun feminineHo sentito Jennifer urlare e mi si e'spento tutto, e ho ucciso un uomo!
Άκουσα Jennifer κραυγή και όλα πήγαν κενό, και σκότωσα έναν άνθρωπο!
-
ξεφωνητό
noun neuter -
αναφώνηση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " urlo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "urlo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κράζω · κραυγάζω · ξεφωνίζω · ουρλιάζω · σκούζω · στριγκλίζω · τσιρίζω · φωνάζω · φωνασκώ · ωρύομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη