Μετάφραση του "usato" σε Ελληνικά
Το φοριούνται είναι η μετάφραση του "usato" σε Ελληνικά.
usato
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Participio passato di usare. [..]
-
φοριούνται
verbQuando s'intenda far uso di qualsiasi soluzione d'argento ammoniacale è tassativamente prescritto l'impiego di occhiali di sicurezza.
Κατά τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε αμμωνιακού διαλύματος αργύρου, επιβάλλεται αυστηρά να φοριούνται γυαλιά ασφαλείας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " usato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "usato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χωροταξικό σχέδιο
-
υποχρεωτική χρήση
-
Κατάλογος Προέδρων των Ηνωμένων Πολιτειών
-
κόστος ανά χρήση
-
τελική χρήση της ενέργειας
-
χρησιμοποιημένα ύδατα
-
χρήση πίσσας
-
έθιμο · γραφείο · δουλειά · εργασία · ντύσιμο · συνήθεια · χρήση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη