Μετάφραση του "usurpare" σε Ελληνικά

Οι σφετερίζομαι, καταχρώμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "usurpare" σε Ελληνικά.

usurpare verb γραμματική

Prendere il controllo senza autorità ed eventualmente con la forza.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφετερίζομαι

    verb

    Nessun essere è cosi importante da usurpare i diritti di un altro.

    Κανένα πλάσμα δεν είναι τόσο σημαντικό ώστε να σφετερίζεται τα δικαιώματα του άλλου.

  • καταχρώμαι

    prendere il controllo [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " usurpare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "usurpare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη