Μετάφραση του "verbale" σε Ελληνικά
Οι προφορικός, ρηματικός, πρακτικά - πρακτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbale" σε Ελληνικά.
verbale
adjective
noun
masculine
γραμματική
Documento che registra e attesta quanto è stato dichiarato o quanto è successo in una determinata circostanza o occasione, spec. nel corso di una riunione.
-
προφορικός
adjective masculineNessuna intesa verbale può vincolare le parti a questo effetto.
Τα συμφωνούντα μέρη δεν δεσμεύονται από προφορική σύμβαση επ' αυτών των θεμάτων.
-
ρηματικός
masculine -
πρακτικά - πρακτικό
scrivere a verbale
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verbale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verbale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μη λεκτική επικοινωνία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη