Μετάφραση του "verbo" σε Ελληνικά

Οι ρήμα, Λόγος, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbo" σε Ελληνικά.

verbo noun masculine γραμματική

Parola che indica un'azione o uno stato, ma serve comunemente come parte del predicato in una frase.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρήμα

    noun neuter

    Parola che indica un'azione o uno stato, ma serve comunemente come parte del predicato in una frase.

    Il termine deriva dal verbo inglese to restate, che significa “esprimere nuovamente o in modo convincente”.

    Η λέξη προέρχεται από το ρήμα “αναδιατυπώνω”, το οποίο ερμηνεύεται ως “εκφράζω εκ νέου ή πειστικότερα”.

  • Λόγος

    noun

    Prova a pensare che la vita umana sia piu'preziosa del verbo di Dio.

    Φαντάσου να σκέφτεσαι ότι η ανθρώπινη ζωή είναι πιο πολύτιμη από τον Λόγο του Θεού.

  • λόγος

    noun masculine

    La Rafael deduce la non obbligatorietà del compenso dal momento che il verbo è al condizionale.

    Η Rafael προβάλλει ότι, δεδομένου ότι το ρήμα έχει τη μορφή υποθετικού λόγου, η αποζημίωση δεν είναι υποχρεωτική.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ρήμα
    • ενέργεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verbo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Verbo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

"Verbo" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Verbo στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "verbo"

Φράσεις παρόμοιες με "verbo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verbo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη