Μετάφραση του "viadotto" σε Ελληνικά

Οι οδογέφυρα, κοιλαδογέφυρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "viadotto" σε Ελληνικά.

viadotto noun masculine γραμματική

Strada, ferrovia, ecc. che passa sopra un altra strada o ferrovia.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδογέφυρα

    noun feminine

    Il viadotto Panval Nadi, il ponte più alto dell’Asia

    Η οδογέφυρα Πάνβαλ Ναντί, η ψηλότερη γέφυρα στην Ασία

  • κοιλαδογέφυρα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " viadotto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "viadotto"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "viadotto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη