Μετάφραση του "viadotto" σε Ελληνικά
Οι οδογέφυρα, κοιλαδογέφυρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "viadotto" σε Ελληνικά.
viadotto
noun
masculine
γραμματική
Strada, ferrovia, ecc. che passa sopra un altra strada o ferrovia.
-
οδογέφυρα
noun feminineIl viadotto Panval Nadi, il ponte più alto dell’Asia
Η οδογέφυρα Πάνβαλ Ναντί, η ψηλότερη γέφυρα στην Ασία
-
κοιλαδογέφυρα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " viadotto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "viadotto"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη