Μετάφραση του "viaggiatore" σε Ελληνικά

Οι ταξιδιώτης, επιβάτης, περιηγητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "viaggiatore" σε Ελληνικά.

viaggiatore noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταξιδιώτης

    noun masculine

    Anch'essa riconosce ora che il prezzo del trasporto è il prezzo che viene pagato dal viaggiatore.

    Παραδέχεται ήδη ότι η τιμή μεταφοράς είναι η τιμή που πρέπει να καταβάλλει ο ταξιδιώτης.

  • επιβάτης

    noun masculine

    Il viaggiatore deve essere invitato ad assistere alla verifica.

    Ο επιβάτης πρέπει να κληθεί να παρευρεθεί κατά την επαλήθευση.

  • περιηγητής

    noun

    Ibn Battuta è stato definito il viaggiatore dell’Islam e il più grande viaggiatore della storia prima dell’epoca moderna.

    Ο Ιμπν Μπατούτα έχει χαρακτηριστεί «ο περιηγητής του Ισλάμ» και ο μεγαλύτερος περιηγητής πριν από τη σύγχρονη εποχή.

  • οδοιπόρος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " viaggiatore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "viaggiatore"

Φράσεις παρόμοιες με "viaggiatore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "viaggiatore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη