Μετάφραση του "pompa" σε Ελληνικά
Οι αντλία, τρόμπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pompa" σε Ελληνικά.
pompa
-
αντλία
noun feminineIl-pompa prinċipali tal-magna tista’ tiġi ssostitwita minn pompa waħda indipendenti.
Η αντλία που κινείται από την κύρια μηχανή μπορεί να αντικατασταθεί από ανεξάρτητη μηχανοκίνητη αντλία.
-
τρόμπα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pompa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη