Μετάφραση του "pont" σε Ελληνικά
Οι γέφυρα, γεφύρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pont" σε Ελληνικά.
pont
-
γέφυρα
noun feminineHuma l-pont bejn it-tagħmir infrastrutturali u l-vetturi dejjem aktar intelliġenti li qed jużawħ.
Τα συστήματα αυτά αποτελούν την γέφυρα μεταξύ της υλικής υποδομής και των ευφυέστερων οχημάτων που τα αξιοποιούν.
-
γεφύρι
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pont " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη