Μετάφραση του "abnormitet" σε Ελληνικά

Οι ανωμαλία, τερατούργημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abnormitet" σε Ελληνικά.

abnormitet noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ανωμαλία

    noun feminine

    En genetisk abnormitet som gir en slags naturlig immunitet?

    Κάποια γεννητική ανωμαλία με δυνατότητα να εκδηλώνετε σαν φυσική ανοσία.

  • τερατούργημα

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abnormitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abnormitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη