Μετάφραση του "abonnent" σε Ελληνικά
Το συνδρομητής είναι η μετάφραση του "abonnent" σε Ελληνικά.
abonnent
γραμματική
-
συνδρομητής
noun masculine’Hvis han kommer og henter den selv, skal han få låne den,’ sa abonnenten.
“Αν έρθει ο ίδιος, μπορεί να το δανειστεί”, απάντησε ο συνδρομητής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abonnent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abonnent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνδρομητής του List Builder
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη