Μετάφραση του "autonomi" σε Ελληνικά

Οι αυτονομία, Αυτονομία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autonomi" σε Ελληνικά.

autonomi
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αυτονομία

    noun feminine

    Han har egen vilje, autonomi og privatliv.

    Έχει όραμα, αυτονομία και προσωπική ζωή.

  • Αυτονομία

    Han har egen vilje, autonomi og privatliv.

    Έχει όραμα, αυτονομία και προσωπική ζωή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autonomi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autonomi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη