Μετάφραση του "autorisasjon" σε Ελληνικά
Οι εξουσιοδότηση, άδεια, έγκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autorisasjon" σε Ελληνικά.
autorisasjon
-
εξουσιοδότηση
noun feminineAlle som er i medinaen uten autorisasjon vil bli arrestert omgående.
Όποιος κυκλοφορέι στην Μεδίνα χωρίς εξουσιοδότηση, θα συλλαμβάνεται επι τόπου.
-
άδεια
noun feminineNascimento vil ha autorisasjon til å gå inn og avslutte jobben.
Ο Μπέρθ ζητά άδεια να εισέλει και να ολοκληρώσει την δουλειά.
-
έγκριση
noun feminineDu fikk ikke autorisasjon til dypdykk i geishaen.
Δεν είχες έγκριση να καταδυθείς στην γκέισα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autorisasjon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "autorisasjon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδική άδεια
-
εξουσιοδότηση βάσει ρόλων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη