Μετάφραση του "barn" σε Ελληνικά

Οι παιδί, τέκνο, ανήλικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barn" σε Ελληνικά.

barn neuter γραμματική

Lite menneske [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • παιδί

    noun neuter

    Ο άνθρωπος που δεν έχει φτάσει την εφηβία.

    Jeg er gift og har to barn.

    Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά.

  • τέκνο

    noun neuter

    Ikke engang fra sitt eget barn kan de tåle løgner som blir uttalt i Jehovas navn.

    Δεν μπορούν να υποφέρουν να έχουν ακόμη και το τέκνο τους να μιλή ψεύδη εν ονόματι του Ιεχωβά.

  • ανήλικος

    noun masculine

    ▪ Min sønn, som ble døpt som tenåring, er nå gift og har barn.

    ▪ Ο γιος μου, που είχε βαπτιστεί όταν ήταν ανήλικος, είναι τώρα παντρεμένος και έχει οικογένεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απότοκος
    • τέκνον
    • θυγατρικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "barn"

Φράσεις παρόμοιες με "barn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη