Μετάφραση του "barndom" σε Ελληνικά

Οι παιδική ηλικία, παιδικά χρόνια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barndom" σε Ελληνικά.

barndom γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • παιδική ηλικία

    noun feminine

    Der hadde jeg foreldrene mine, som hadde gitt meg en god barndom med mye kjærlighet og varme.

    Οι γονείς μου, οι οποίοι μου είχαν προσφέρει μια τόσο θερμή και στοργική παιδική ηλικία, ζούσαν εκεί.

  • παιδικά χρόνια

    noun

    Jeg var den nest eldste av tre barn, og jeg hadde en lykkelig barndom.

    Σαν το δεύτερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας, πέρασα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barndom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barndom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη