Μετάφραση του "befaling" σε Ελληνικά

Οι γνώση, διαταγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "befaling" σε Ελληνικά.

befaling
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • γνώση

    noun
  • διαταγή

    noun feminine

    Det er en befaling om å reise seg og en utfordring til kamp.

    Είναι διαταγή να εγερθεί και πρόκληση να σου επιτεθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " befaling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "befaling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη