Μετάφραση του "befolkning" σε Ελληνικά

Οι πληθυσμός, ανθρώπινος πληθυσμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "befolkning" σε Ελληνικά.

befolkning γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πληθυσμός

    noun masculine

    En stor del av verdens befolkning bor på det asiatiske fastland.

    Στην ηπειρωτική Ασία κατοικεί μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού.

  • ανθρώπινος πληθυσμός

    Variasjon er også noe som kjennetegner Surinams befolkning.

    Αλλά και ο ανθρώπινος πληθυσμός του Σουρινάμ χαρακτηρίζεται από ποικιλία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " befolkning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "befolkning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "befolkning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη