Μετάφραση του "eiendom" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτησία, κτήμα, περιουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eiendom" σε Ελληνικά.

eiendom
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησία

    noun feminine

    Insektene angriper og ødelegger deretter menneskenes fødemidler og skitner til deres eiendom.

    Έτσι τα έντομα εισβάλλουν και καταστρέφουν τις προμήθειες τροφίμων του ανθρώπου και μολύνουν την ιδιοκτησία του.

  • κτήμα

    noun neuter

    I andre oversettelser blir dette uttrykket gjengitt med «min eiendom», «min mest dyrebare eiendom» og «min skatt».

    Άλλες μεταφράσεις αποδίδουν αυτή την έκφραση «κτήμα μου», «το πιο βαρύτιμο απόκτημά μου» και «τα πολύτιμά μου».

  • περιουσία

    noun feminine

    Mange krevde å få utbetalt forsikringssummer ved å lyve om dødsfall og skader på eiendom.

    Ορισμένοι υπέβαλαν ψευδείς αιτήσεις αποζημίωσης για ασφάλειες ζωής και περιουσίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγαθά
    • ακίνητη περιουσία
    • κατοικία
    • κτήματα
    • κτήση
    • μέσα
    • τοποθεσία
    • υπάρχοντα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eiendom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eiendom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eiendom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη