Μετάφραση του "eier" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτήτης, κάτοχος, ιδιοκτήτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eier" σε Ελληνικά.

eier γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine

    Han eier ennå stedet, og jeg hørte at han flyttet inn i leiligheten over.

    Είναι ακόμα ο ιδιοκτήτης κι έμαθα ότι μετακόμισε στο επάνω διαμέρισμα.

  • κάτοχος

    noun masculine

    Derfor skal de ta en dobbelt del i eie i sitt land.

    Γι’ αυτό, στη γη τους θα γίνουν κάτοχοι διπλής μερίδας.

  • ιδιοκτήτρια

    noun feminine

    Sånn han ser det, eier jeg baren, hans eneste inntektskilde.

    Στο μυαλό του, είμαι ιδιοκτήτρια του μπαρ του, η μόνη πηγή πίστωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • eie
    αγαθά · ιδιοκτησία · κτήση · μέσα · περιουσία · υπάρχοντα
  • eid
    Ισθμός · ισθμός
  • EIA
    αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων
  • κάτοχος βάσης δεδομένων
  • κάτοχος ανάθεσης
  • οκτώ · οχτώ
  • ei
    ένα · ένας · δε · δεν · μη · μην
  • νόμος (νομοθεσία) περί ΕΠΕ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη