Μετάφραση του "eierskap" σε Ελληνικά
Οι ιδιοκτησία, κυριότητα, Κυριότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eierskap" σε Ελληνικά.
-
ιδιοκτησία
nounSelv da de reiste urettmessig sak mot henne for eierskap av selskapet.
Ακόμα κι όταν της έκαναν αγωγή για την ιδιοκτησία της εταιρείας της.
-
κυριότητα
Segl: Før i tiden ble et segl brukt som signatur for å bevise eierskap, ekthet eller enighet.
Σφραγίδα: Στο παρελθόν, η σφραγίδα χρησίμευε ως υπογραφή για να πιστοποιηθεί η κυριότητα, η γνησιότητα ή κάποια συμφωνία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eierskap " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Κυριότητα
Segl: Før i tiden ble et segl brukt som signatur for å bevise eierskap, ekthet eller enighet.
Σφραγίδα: Στο παρελθόν, η σφραγίδα χρησίμευε ως υπογραφή για να πιστοποιηθεί η κυριότητα, η γνησιότητα ή κάποια συμφωνία.
Φράσεις παρόμοιες με "eierskap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλλαγή ιδιοκτησίας