Μετάφραση του "eremitt" σε Ελληνικά

Οι ερημίτης, αναχωρητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eremitt" σε Ελληνικά.

eremitt
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ερημίτης

    noun masculine

    Han var den første innflytelsesrike eneboeren, eller eremitten, i kristenheten.

    Ήταν ο πρώτος σημαντικός ερημίτης του Χριστιανικού κόσμου.

  • αναχωρητής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eremitt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eremitt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη