Μετάφραση του "faktisk" σε Ελληνικά

Οι πραγματικός, βασικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faktisk" σε Ελληνικά.

faktisk
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματικός

    adjective masculine

    Men jeg visste du ville. Du trodde faktisk at du kunne lure meg.

    Ήξερα όμως, ότι εσύ θα το κάνεις. Νόμισες πραγματικά ότι μπορείς να με ξεγελάσεις.

  • βασικά

    adjective adverb

    Alt i alt har dette faktisk vært en fin bursdag.

    Ξέρεις, αν το καλοσκεφτώ, αυτά ήταν βασικά πολύ καλά γενέθλια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faktisk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "faktisk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faktisk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη