Μετάφραση του "faste" σε Ελληνικά

Οι νηστεύω, νηστεία, δίαιτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faste" σε Ελληνικά.

faste γραμματική

Å avstå fra mat eller spise veldig lite i en periode, vanlig i flere religioner

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • νηστεύω

    verb

    Mens barnet var sykt, sørget og fastet David.

    Ενώ το παιδί ήταν άρρωστο, ο Δαβίδ θλιβόταν και νήστευε.

  • νηστεία

    noun feminine

    Det er ikke påkrevd å faste, men det er heller ikke galt å gjøre det.

    Η νηστεία δεν είναι υποχρεωτική ούτε όμως και εσφαλμένη.

  • δίαιτα

    noun feminine

    Legen foreskrev faste- og proteinkurer, og til å begynne med gikk jeg fort ned i vekt.

    Ο γιατρός μού σύστησε δίαιτα πείνας και διάφορες δίαιτες πλούσιες σε πρωτεΐνες, και στην αρχή έχανα βάρος γρήγορα.

  • Νηστεία

    skikk

    Det er ikke påkrevd å faste, men det er heller ikke galt å gjøre det.

    Η νηστεία δεν είναι υποχρεωτική ούτε όμως και εσφαλμένη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faste " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "faste" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faste" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη