Μετάφραση του "fastholde" σε Ελληνικά

Οι αιχμαλωτίζω, απασχολώ, βεβαιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fastholde" σε Ελληνικά.

fastholde
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμαλωτίζω

    verb
  • απασχολώ

    verb
  • βεβαιώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατακτώ
    • κρατώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fastholde " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fastholde" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη