Μετάφραση του "feit" σε Ελληνικά
Οι χοντρός, λιπαρός, παχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feit" σε Ελληνικά.
feit
-
χοντρός
adjective masculineHan var derimot blitt feit, men det var for sent å bytte om navnene.
Αυτός βέβαια ήταν χοντρός, μα ήταν πια αργά ν'αλλάξουμε ονόματα.
-
λιπαρός
adjective masculineVær så god, feiten.
Εδώ μπορείτε να πάτε, λιπαρά.
-
παχύς
adjective masculineVar jorden feit eller mager, og var det trær der?
Ήταν η γη παχεία ή λεπτή, και υπήρχαν δένδρα;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " feit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "feit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λίπος · γρασάρω · λίπος · πάχυνση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη