Μετάφραση του "fett" σε Ελληνικά

Οι λίπος, Λίπος, γρασάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fett" σε Ελληνικά.

fett γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • λίπος

    noun neuter

    Med denne dietten forbrente mennene omkring en tredjedel mindre fett enn vanlig.

    Με αυτό το διαιτολόγιο, οι άντρες έκαψαν περίπου το ένα τρίτο του λίπους που έκαιγαν κανονικά.

  • Λίπος

    Med denne dietten forbrente mennene omkring en tredjedel mindre fett enn vanlig.

    Με αυτό το διαιτολόγιο, οι άντρες έκαψαν περίπου το ένα τρίτο του λίπους που έκαιγαν κανονικά.

  • γρασάρω

    verb
  • πάχυνση

    noun

    Den spanske avisen ABC melder at man regelmessig har tilsatt medisiner i dyrefôret «for raskt å fete opp husdyrene».

    Σύμφωνα με την ισπανική εφημερίδα ABC, συνηθίζεται να προστίθενται φάρμακα στις ζωοτροφές «για τη γρήγορη πάχυνση των εκτρεφόμενων ζώων».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fett " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fett" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • fet
    έντονα · βαρύς · λιπαρός · παχύς · χοντρός
  • λιπαρός · παχύς · χοντρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fett" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη